English

City of Athens

Το αγόρι που ήθελε παρέα

Μια φορά κι' έναν καιρό ζούσε ένα μικρό αγόρι μόνο του σ' ένα νησί.

"Πώς βρέθηκε εκεί;" θα με ρωτήσεις. Καλό μου παιδί, το αγόρι έκανε ένα μακρινό ταξίδι μέσα σ' ένα αεροπλάνο πάνω από μια μεγάλη μακρινή θάλασσα. Μα καθώς πετούσαν νύχτα ο καιρός χάλασε, οι άνεμοι φούντωσαν και κεραυνοί χτύπησαν το αεροπλάνο.

Το αγόρι μας πετάχτηκε από το παράθυρο και βρέθηκε κατευθείαν στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Όλη τη νύχτα πάλευε το δύστυχο στο σκοτάδι με τα παγωμένα κύματα.

Ώσπου τη μέρα βρέθηκε αποκαμωμένο να κοιμάται σε μια ερημική παραλία. Ξύπνησε από το ζεστό χάδι του ήλιου στο κορμί του. Δεν κατάλαβε πού βρισκότανε. Είχε ξεχάσει ποιος είναι και πώς βρέθηκε εκεί. "Ίσως καλύτερα", θα μου πεις. Έτσι δεν του λείπανε οι γονείς που είχε χάσει την άγρια εκείνη νύχτα.

Το λαμπερό φως της μέρας του έδωσε χαρά. Περπάτησε γρήγορα σε όλο το μικρό νησί. Του άρεσε πολύ το περιβάλλον γύρω του. Τα ποδαράκια του πατούσαν πάνω σε μαλακή και ζεστή άμμο. Στο πρόσωπό του φυσούσε φρέσκο, καθαρό αεράκι της θάλασσας. Γύρω του άκουγε τα τραγούδια των πουλιών. Πόσο ευτυχισμένο ένιωσε!

Οι μέρες περνούσαν ευχάριστα. Μόλις πεινούσε έτρωγε ζουμερά φρούτα από τα δέντρα. Μύριζε τα όμορφα λουλούδια και τραγουδούσε μαζί με τα πουλιά. Όταν ήθελε να χαλαρώσει, ξάπλωνε στο χορτάρι που το ένιωθε σαν ένα μαλακό χαλί κάτω από το σώμα του, έκλεινε τα μάτια του και άφηνε το αεράκι και τον ήλιο να του χαϊδέψουν το πρόσωπο.

Τι όμορφα που περνούσε! Γρήγορα γνώρισε και τα ζώα του νησιού. Τους έδινε όλη του την αγάπη και αυτά τον λάτρευαν. Έχωναν τη μουσούδα τους στην αγκαλιά του, κι' αυτό τα χάιδευε με στοργή. Ήταν οι καλύτεροι φίλοι. Τη νύχτα, κούρνιαζαν κοντά στο σώμα του για να το ζεσταίνουν. Οι μέρες κυλούσαν χαρούμενα. Μα σιγά-σιγά το αγόρι άρχισε να νιώθει μια ανεξήγητη μελαγχολία. "Γιατί άραγε;" θα μου πεις, "αφού ήταν τόσο ευτυχισμένο".

Μα έλα καλό μου παιδί στη θέση του. Για πόσο καιρό θα σου άρεσε να ζεις σ' ένα μικρό νησί, χωρίς κανέναν άλλο άνθρωπο μαζί σου; Καλά κι' αγαπημένα τα ζώα, το αγόρι όμως δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί τους, να τους μιλήσει και να παίξει όπως θα έκανε με άλλα παιδιά. Κάτι του έλειπε...

Μέρα με τη μέρα γινότανε όλο πιο μελαγχολικό. Τίποτα πια δεν το ικανοποιούσε. Βαριότανε τόσο πολύ στο μικρό αυτό νησί. Τα ζώα το καταλαβαίνανε, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα περισσότερο γι΄ αυτό. Τα φρούτα πια δεν του άρεσαν, το χορτάρι το γαργαλούσε, ο ήλιος τον ενοχλούσε.

"Τι θα γίνει τώρα;" θα μου πεις, "θα περάσει έτσι όλη την υπόλοιπη ζωή του;" Ώσπου μια μέρα ήρθαν τα δελφίνια... Τρία παιχνιδιάρικα δελφίνια πρόβαλαν ξαφνικά ένα πρωί στη θάλασσα.

Το αγόρι ξετρελάθηκε από τη χαρά του. Δεν είχε ξαναγνωρίσει τέτοια χαρούμενα πλάσματα. Ήταν οικογένεια, μαμά, μπαμπάς και παιδάκι. Γρήγορα το αγόρι βούτηξε στη θάλασσα να παίξει μαζί τους. Τι παιχνίδι, τι γέλιο, τι χαρά! Ακόμα και τραγούδια λέγανε με τις περίεργες φωνούλες τους. Έπαιζε μαζί τους όλη τη μέρα το αγόρι, μέχρι που νύχτωσε. Το είδαν τότε τα δελφίνια να αποτραβιέται μόνο του και μελαγχολικό στην άκρη της παραλίας. Το βλέμμα του ήταν κενό και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του.

Τα δελφίνια είναι καλά ζώα, με μεγάλη ψυχή. Ένιωσαν αμέσως τον πόνο του και έκλαψαν μαζί του. Μα την άλλη μέρα, αποφάσισαν να το βοηθήσουν. Με τα παιχνίδια τους το οδήγησαν να ανέβει στην πλάτη του μεγαλύτερου. Πόσο ενθουσιάστηκε το μικρό μας αγόρι με την ταχύτητα. Δεν μπορούσε να πιστέψει πώς βρέθηκε ξαφνικά στην πλάτη ενός δυνατού δελφινιού που τον οδηγούσε με ξέφρενη ταχύτητα στη μέση του πελάγους.

"Μα πού πηγαίνουνε;" θα μου πεις. Α, όλα κι' όλα, δεν μπορώ να σου τα πω όλα μαζί. Κάνε λίγο υπομονή και θα μάθεις!

Τα δελφίνια οδήγησαν το αγόρι σε ένα άλλο νησί. Τι μεγάλη έκπληξη το περίμενε όταν έφτασε εκεί! Στην παραλία έπαιζαν πολλά παιδιά που όταν το είδαν να πλησιάζει έτρεξαν χαρούμενα προς το μέρος του να το υποδεχθούν. Πόσο χάρηκε το μελαγχολικό μας αγόρι.

Μα η χαρά του έγινε ακόμα πιο μεγάλη, κι' η καρδιά του χτύπησε δυνατά όταν είδε το πανέμορφο κορίτσι με τα μεταξένια μαλλιά να το πλησιάζει. Με το τρυφερό της χέρι του έδωσε ένα μυρωδάτο λουλούδι. Ο μικρός μας φίλος κοκκίνισε από συγκίνηση και λίγο από ντροπή. Το κορίτσι του χαμογέλασε και του έδωσε ένα απαλό φιλί στο μάγουλο. Τότε το αγόρι άνοιξε την καρδιά του κι' έβαλε μέσα το γλυκό αυτό κορίτσι για πάντα.

Βίβιαν Τσαμαδού

 

Διοργάνωση

     
Δήμος Αθηναίων Αθήνα 9.84    

 

Με τη στήριξη του
 
Χορηγοί Επικοινωνίας